Η ιστορία της σύγχρονης πυγμαχίας χωρίζεται ξεκάθαρα σε δύο εποχές, εκείνη πριν και εκείνη μετά τις 5 Μαΐου 2007, την ημέρα που ο Floyd Mayweather Jr. αναμετρήθηκε με τον Oscar De La Hoya.
Μέχρι τότε, οι πυγμάχοι, ακόμη και οι κορυφαίοι παγκόσμιοι πρωταθλητές, αντιμετωπίζονταν από την αθλητική βιομηχανία ως απλοί υπάλληλοι των μεγάλων μάνατζερ και των εταιρειών προώθησης. Οι διοργανωτές κρατούσαν τη μερίδα του λέοντος από τα τηλεοπτικά δικαιώματα Pay-Per-View και τα εισιτήρια των γηπέδων, προσφέροντας στους αθλητές ένα σταθερό, προκαθορισμένο ποσό που συχνά δεν ανταποκρινόταν στα εκατομμύρια που οι ίδιοι έφερναν στα ταμεία.
Ο Mayweather, βλέποντας αυτό το καθεστώς εκμετάλλευσης, πήρε το 2006 την πιο ριζοσπαστική και ρισκαδόρικη απόφαση της καριέρας του, εξαγοράζοντας το συμβόλαιό του από τον ισχυρό promoter Bob Arum έναντι 750.000 δολαρίων. Πολλοί στον χώρο τον χαρακτήρισαν τρελό, όμως εκείνος ίδρυσε τη δική του εταιρεία διοργάνωσης, αποφασισμένος να γίνει ο απόλυτος αφέντης του εαυτού του.
Η μεγάλη ευκαιρία για να δοκιμαστεί αυτό το νέο επιχειρηματικό μοντέλο ήρθε στην ιστορική αναμέτρηση με τον De La Hoya, ο οποίος ήταν τότε ο αδιαφιλονίκητος βασιλιάς των εισπράξεων. Για να κλείσει η συμφωνία, ο Mayweather χρειάστηκε να υποχωρήσει και να δεχτεί το στάτους του «δεύτερου» ονόματος, λαμβάνοντας 25 εκατομμύρια δολάρια έναντι των 52 εκατομμυρίων που εξασφάλισε ο αντίπαλός του.

Ο αγώνας, ωστόσο, έσπασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ με 2,4 εκατομμύρια τηλεοπτικές πωλήσεις Pay-Per-View, και ο Mayweather, εκτός από τη νίκη μέσα στο ρινγκ με πλειοψηφική απόφαση, κέρδισε και τα κλειδιά του Box Office. Αυτή η βραδιά άλλαξε τον ρου της ιστορίας, επειδή απέδειξε στην πράξη ότι ο αθλητής μπορεί να είναι ο ίδιος ο παραγωγός του θεάματος, ανοίγοντας τον δρόμο για τη γέννηση του νέου του ειδώλου, του «Money» Mayweather.
Μετά από αυτό το σημείο καμπής, ο Floyd πέταξε το παλιό του παρατσούκλι “Pretty Boy” και έχτισε την περσόνα του «κακού» της πυγμαχίας, συνειδητοποιώντας ότι το κοινό θα πλήρωνε εξίσου ακριβά είτε για να τον δει να κερδίζει, είτε για να τον δει επιτέλους να χάνει. Επέβαλε στους τηλεοπτικούς κολοσσούς και στα καζίνο του Las Vegas ένα πρωτοφανές καθεστώς όπου ως ανεξάρτητος διοργανωτής δεν έπαιρνε απλώς μισθό, αλλά απαιτούσε ποσοστά από κάθε πτυχή της εκδήλωσης, από τις πωλήσεις των εισιτηρίων και τα δικαιώματα προβολής στο εξωτερικό, μέχρι τις χορηγίες και τα έσοδα από τις καντίνες των σταδίων.
Αυτή η οικονομική επανάσταση συμπαρέσυρε ολόκληρο το παγκόσμιο στερέωμα, καθώς έδειξε στους επόμενους μεγάλους σταρ, όπως ο Canelo Alvarez ή ο Tyson Fury, ότι έχουν τη δύναμη να ορίζουν οι ίδιοι την αξία τους και να απαιτούν συμβόλαια εκατοντάδων εκατομμυρίων.
Το ρίσκο των 750.000 δολαρίων μετατράπηκε τελικά στην πιο κερδοφόρα κίνηση στην ιστορία των μαχητικών σπορ, οδηγώντας σε μυθικές βραδιές όπως οι αναμετρήσεις με τον Manny Pacquiao και τον Conor McGregor, και αλλάζοντας μια για πάντα τις αμοιβές των πυγμάχων παγκοσμίως.

