Η πιθανότητα σοβαρού τραυματισμού σε ένα σπαρινγκ εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από το είδος της προπόνησης, την εμπειρία των αθλητών και τον σεβασμό στους κανόνες ασφαλείας, ωστόσο γενικά ο κίνδυνος μικροτραυματισμών είναι καθημερινός, ενώ οι σοβαροί τραυματισμοί παραμένουν σχετικά χαμηλοί αλλά υπαρκτοί.
Σε αντίθεση με τους επίσημους αγώνες όπου οι αθλητές δίνουν το 100% της δύναμής τους, το ασφαλές σπαρινγκ γίνεται συνήθως με ελεγχόμενη ένταση, από light έως medium sparring. Παρόλα αυτά, οι παράγοντες που διαμορφώνουν την πιθανότητα σοβαρού τραυματισμού περιλαμβάνουν τον τύπο και την ένταση της προπόνησης, καθώς στο «hard sparring» —δηλαδή το δυνατό σπαρινγκ με πρόθεση το νοκ-άουτ— οι πιθανότητες για σοβαρούς τραυματισμούς, όπως ρήξεις συνδέσμων, κατάγματα, σοβαρά χτυπήματα στο κεφάλι και διασείσεις, εκτοξεύονται απότομα.
Εξίσου καθοριστικός παράγοντας είναι η εμπειρία και ο έλεγχος. Στα έμπειρα και σοβαρά γυμναστήρια, οι προπονητές επιβάλλουν αυστηρό έλεγχο και προστατευτικό εξοπλισμό όπως κάσκες, βαριές επικαλαμίδες και μασέλες, μειώνοντας δραστικά τις πιθανότητες ατυχημάτων, σε αντίθεση με τα λεγόμενα «ego wars» όπου η διάθεση να αποδειχθεί κάποιος ο καλύτερος κάνει τους σοβαρούς τραυματισμούς πολύ συχνότερους.
Διαφορές εντοπίζονται και ανάλογα με το μαχητικό άθλημα. Τα αθλήματα όρθιας μάχης, όπως η πυγμαχία, το kickboxing και το muay thai, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα για επαναλαμβανόμενα χτυπήματα στο κεφάλι και τραυματισμούς στα μάτια ή τη μύτη, ενώ τα αθλήματα εδάφους, όπως το BJJ, το grappling και το MMA, παρουσιάζουν υψηλότερο ποσοστό σε εξαρθρωσεις, ρήξεις μηνίσκων, χιαστών και καταγμάτων στα άκρα λόγω λαβών υποταγής.
Σε γενικές γραμμές, οι περισσότεροι ασκούμενοι θα βιώσουν κάποια στιγμή κάποιο μικρότερο χτύπημα, αιμάτωμα ή διάστρεμμα, αλλά οι σοβαροί τραυματισμοί, όπως νοκ-άουτ με διάσειση ή χειρουργικές επεμβάσεις σε αρθρώσεις, περιορίζονται κυρίως σε όσους κάνουν επαγγελματικό αθλητισμό ή συνηθίζουν να παίζουν ανεξέλεγκτα δυνατά στην προπόνηση.

