Στέλιος Παπαδόπουλος: Αν δουλεύεις για ένα τίποτα, δεν θα πετύχεις κάτι

Στέλιος Παπαδόπουλος: Αν δουλεύεις για ένα τίποτα, δεν θα πετύχεις κάτι

Συνέντευξη της Νικολέτας Γκαρέτσου και του Δημοσθένη Καραμούζα.


Ο Έλληνας πυγμάχος που με την ψυχή, την τεχνική και την επιμονή του έχει καταφέρει…πολλά! Ο άνθρωπος που «λυγίζει» τους αντιπάλους του μέσα στο ρινγκ, στην καθημερινότητα του είναι από τα πιο γλυκά και ταπεινά πλάσματα.

Με βλέμμα αληθινό, γεμάτος ηρεμία και ωριμότητα, μας μίλησε για τη ζωή του, για την πορεία προς την κορυφή αλλά και για το ταξίδι του από την Νέα Πέραμο Καβάλας, στην Αθήνα και αργότερα στο Λος Άντζελες. Ο Στυλιανός Παπαδόπουλος, είναι έτοιμος και αποφασισμένος να φτάσει εκεί που ανήκει…στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου!

Τον συναντήσαμε το μεσημέρι της Τρίτης στην Καλλιθέα. Είχε μόλις τελειώσει προπόνηση. Στην αρχή υπήρχε μια αμηχανία. Αυτό που νιώθεις όταν πρωτογνωρίζεις έναν άνθρωπο, σκέφτεσαι, επεξεργάζεσαι, σπας τον πάγο! Στην περίπτωση του Στέλιου, δεν χρειάστηκε πολύ ώρα. Αφού τον κεράσαμε μια σοκολάτα την οποία δεν δέχτηκε μια και βρίσκεται σε περίοδο διατροφής, του κάναμε την ερώτηση, η οποία τον έλυσε και τον έκανε να μιλήσει για αυτό που αγαπάει..την πυγμαχία!

Πώς ξεκίνησε άραγε η βόλτα του Στέλιου στον κόσμο των μαχητικών αθλημάτων; Χαμογέλασε, πήρε μια ανάσα και ξεκίνησε να μας μιλάει για την ιστορία του :

«Ξεκίνησα από τεσσάρων χρονών, όταν ο πατέρας μου πήγε να γράψει την αδερφή μου. Επειδή ήμουν πολύ ζωηρός αποφάσισε να γράψει κι εμένα. Ο προπονητής μου αρχικά λόγω του νεαρού της ηλικίας μου είχε αμφιβολίες για το κατά πόσο θα μπορούσα να ανταποκριθώ, με δέχτηκε λοιπόν πρώτα δοκιμαστικά και επειδή και εμένα μου άρεσε με κράτησε. Είχα την πειθαρχεία από μικρός και στη συνέχεια δούλεψα για να έρθουν και τα υπόλοιπα.

Μάζεψα πολλές εμπειρίες μέσα από τους αγώνες, στάθηκα πολύ στην τεχνική και το γεγονός ότι ξεκίνησα σε τόσο μικρή ηλικία μου έδωσε την ευκαιρία να κάνω το κάθε βήμα σιγά σιγά και έτσι έχτισα μια σωστή βάση για να φτάσω εδώ που είμαι τώρα”.

Μας είχε κάνει τρομερή εντύπωση η διαδρομή του. Μετά από ένα άκρως επιτυχημένο διάστημα ως επαγγελματίας kick-boxer ξαναγυρίζει στην πυγμαχία αυτή τη φορά με επαγγελματικό συμβόλαιο για Αμερική. Πώς έγινε αυτό;

«Kατέβηκα στην Αθήνα για να ασχοληθώ επαγγελματικά με το kick box. Τότε ήταν που εντάχθηκα στην ομάδα του Γρηγόρη Μάλλιου ξεκαθαρίζοντaς του ότι δεν επιθυμούσα να ξαναασχοληθώ με την πυγμαχία παρά μόνο με το kick box. Εκείνος μου απάντησε ότι είμαι γεννημένος για να πυγμαχώ και ότι μια μέρα θα με έκανε να ασχοληθώ με το box και πάλι, ενώ τότε εγώ του αποκρίθηκα:

Ούτε στα πιο τρελά σου όνειρα! Τελικά μετά από δυο χρόνια ήρθε αυτή η μέρα όπου έκανα πλέον το box επάγγελμα! Αρχικά έγινε πίσω από την πλάτη μου. Ο Γρηγόρης Μάλλιος ξεκίνησε τις διαδικασίες ενώ εγώ ακόμα έπαιζα kick box, μια μέρα μου είπε ότι επικοινώνησε με ανθρώπους στην Αμερική που ήθελαν να με δουν και με ρώτησε αν ήθελα να παίξω box εκεί. Εγώ φυσικά του απάντησα ναι!

Ήταν ένα όνειρο ζωής, κάτι που έβλεπα μόνο στις ταινίες. Αρχικά πήγα δοκιμαστικά για ένα μήνα και πάνω στην πρώτη εβδομάδα μου ξεκαθάρισαν ότι θέλουν να με κρατήσουν. Γύρισα κατευθείαν στην Ελλάδα, έκανα τα χαρτιά μου και έφυγα για μόνιμα στην Αμερική”.

Είναι ένας αθλητής ο οποίος έζησε την ερασιτεχνική πυγμαχία. Έδωσε πολλούς αγώνες ως ερασιτέχνης και γεύτηκε χαρές μα και λύπες μέχρι να αποφασίσει να ασχοληθεί επαγγελματικά με το μποξ. Δεν γινόταν έπρεπε να μάθουμε. Πώς είναι ο χώρος της ερασιτεχνικής πυγμαχίας στην πατρίδα μας; Για να ασχοληθεί ένας νέος, χρειάζεται οικονομική στήριξη από την οικογένεια του, πόσο δύσκολο είναι να πετύχει κανείς ;

Χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα του, κάτι τον πονούσε σε τούτη την ερώτηση. Σκέφτηκε λίγο και άρχισε να μας απαντά : «Στο χώρο της ελληνικής πυγμαχίας παλαιότερα υπήρχε μεγαλύτερη χρηματοδότηση, πλέον αυτά έχουν κοπεί και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που σταμάτησα.

Εκεί που έκανα σχεδόν κάθε μήνα προετοιμασία στο εξωτερικό, συμμετέχοντας σε αγώνες και τουρνουά, κερδίζοντας πολύτιμες εμπειρίες, κάποια στιγμή μου είπαν ότι δεν υπάρχουν χρήματα και ότι μπορούσαν πλέον να με στείλουν μόνο σε ένα – δύο τουρνουά το χρόνο και για τα υπόλοιπα θα έπρεπε ή να βάλω δικά λεφτά αν είχα, ή να βρω κάποιο χρηματοδότη.

Φυσικά ήταν αδύνατο να διεκδικήσω το Ευρωπαϊκό, το παγκόσμιο ή τους Ολυμπιακούς με αυτές τις συνθήκες και αυτό συνέβαλλε στο να πάρω την απόφαση να εγκαταλείψω την πυγμαχία.

Δυστυχώς έτσι όπως έχει πλέον η κατάσταση στην Ελλάδα κάποιος που θέλει να ασχοληθεί σοβαρά με την πυγμαχία θα πρέπει είτε να έχει κάποιο χορηγό ή οι γονείς του να τον βοηθήσουν οικονομικά πολύ περισσότερο από ότι πιο παλιά. Αν βέβαια το παιδί έχει ταλέντο και το θέλει πραγματικά  πιστεύω ότι μπορεί να πετύχει”.

Μα ο Στέλιος Παπαδόπουλος έχει καταφέρει από τότε, που άφησε την ερασιτεχνική πυγμαχία τόσα πράγματα. Είχε φτάσει η ώρα να μιλήσει για αυτά. Πώς είναι στην Αμερική η ζωή ενός  επαγγελματία πυγμάχου, είναι ζόρικα, χρειάζονται θυσίες; Τα μάτια του έλαμψαν. Είχαμε πιάσει το θέμα που γούσταρε να μιλήσει. Αμερική, πυγμαχία, στόχοι!

«Η καθημερινότητά μου σαν επαγγελματίας είναι πολύ σκληρή, καθώς απαιτεί πολλές θυσίες, αφού έχω σαν στόχο την κορυφή. Κάποιος που θέλει να ασχοληθεί επαγγελματικά με αυτό πρέπει να βάλει το κεφάλι κάτω, να ξυπνάει από τις 5, να πηγαίνει για τρέξιμο, να γυρνάει, να ξανακοιμάται, να ‘χει πρόγραμμα, κάθε τρεις ώρες να φτιάχνει το φαγητό του για να τραφεί. Δεν υπάρχει χρόνος για να βγεις έξω, το βράδυ πρέπει να κοιμάσαι από τις 10 για να ξυπνήσεις το ξημέρωμα. Είναι πολύ διαφορετικό το να κάνεις αυτό το πράγμα επαγγελματικά στην Ελλάδα και αντίστοιχα στην Αμερική”.

Από τη Νέα Πέραμο Καβάλας, στο Λος Άντζελες, πόσο δύσκολη ήταν η προσαρμογή για τον Στέλιο και πώς είναι εκεί μακριά το επίπεδο και οι προπονήσεις;

«Πάντα είχα τάσεις φυγής, μου άρεσε να φεύγω στο εξωτερικό για προετοιμασία με την εθνική ομάδα, ήθελα να ζήσω την εμπειρία, το ταξίδι. Όταν βέβαια πήγα στην Αμερική ήταν κάτι τελείως το διαφορετικό. Μου το ‘χαν πει άλλωστε, αλλά εγώ έλεγα μέσα μου: έχω πάει σε τόσες χώρες, πόσο διαφορετικά να είναι εκεί; Κι όμως ήταν!

Πήγα ουσιαστικά στην άλλη άκρη της γης, στο Λος Άντζελες χωρίς να ξέρω κανέναν, ούτε καν το μάνατζερ ή τον προπονητή μου. Ήταν αρκετά μοναχικά, πήγαινα κατευθείαν από την προπόνηση στο σπίτι και όταν πήγαινα για καφέ πήγαινα μόνος μου. Μετά από περίπου 9-10 μήνες άρχισα να κάνω κάποιες φιλίες και τώρα πλέον μετά από τρία χρόνια είμαι καλύτερα.

Υπάρχει περισσότερος ανταγωνισμός λόγω των πολλών αθλητών που είναι αποφασισμένοι να πετύχουν, συν ότι έχουν και το οικονομικό κίνητρο. Στην προπόνηση υπάρχει ο κατάλληλος εξοπλισμός που θα σε προστατεύσει, η κάσκα, τα μεγάλα γάντια,το σπασουάρ, η μασέλα”.

Το πρόσωπο του, έβγαζε μια ηρεμία, μια αποφασιστικότητα. Ένας άνθρωπος που έμοιαζε να μην έχει πονέσει. Έπρεπε να μάθουμε, μιας και είναι ο πιο κατάλληλος να απαντήσει. Πώς νιώθει ένας πυγμάχος μέσα στο ρινγκ; Πονάει, θολώνει;

«Κάθε αθλητής δέχεται αλλιώς τα χτυπήματα, εκείνη τη στιγμή, πάνω στην ένταση του αγώνα δε πονάω”. Aυτό αρκούσε! Είπε την κατάλληλη φράση «πάνω στην ένταση δεν πονάω». Ο Στέλιος αντέχει, δεν χαμπαριάζει και δεν φοβάται τίποτα. Το έχει δείξει άλλωστε.

Την γωνία του την ακούει άραγε; Υπήρξε κάποια στιγμή στην καριέρα του που να είπε ώπα ζορίζομαι, να μην άκουγε καν τους προπονητές του;

«Ακούω μόνο τη γωνία, μόνο τον προπονητή μου. Στον πρώτο μου αγώνα στην Αμερική, για τους δύο πρώτους γύρους είχα απίστευτο άγχος, πρώτη φορά στη ζωή μου βίωσα κάτι τέτοιο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά κάποια στιγμή στο δεύτερο γύρο αναρωτήθηκα, γιατί οι προβολείς με χτυπάνε τόσο πολύ; Ήμουν στη μέση του αγώνα και εγώ σκεφτόμουν τέτοια πράγματα.

Μετά το δεύτερο γύρο, όταν χτύπησε το καμπανάκι για break και καθώς ο προπονητής μου, μου έδινε τις οδηγίες για τον επόμενο γύρο μου είπε ότι ο αγώνας είναι πολύ κοντά και ότι μπορεί ακόμα και να χάνουμε. Εκεί ήταν σα να με χτύπησε κάτι και είπα: ώπα Στέλιο, σύνελθε, θα χάσεις τον αγώνα! Αυτή η αναμέτρηση θα μου μείνει στη μνήμη, από εκεί άλλαξαν πάρα πολλά, τελικά έληξε ισοπαλία και μου έγινε ένα πολύ καλό μάθημα, έτσι ώστε να εγκλιματιστώ στις συνθήκες του αμερικάνικου box”.

Η κουβέντα μας είχε πάρει μια όμορφη ροή, σαν να περνούσε μια ταινία πυγμαχίας μπροστά από τα μάτια μας. Πώς άραγε ο πρωταγωνιστής μας κερδίζει τους αγώνες; Υπάρχει κάποιος τύπος αντιπάλου που τον δυσκολεύει; Tι παιχνίδι προτιμάει ο Στέλιος, να παίζει κοντά ή να κρατάει απόσταση; Χαμογέλασε! Το είχαμε πιάσει το νόημα, μιλούσαμε πλέον καθαρά για ξύλο!

«Δεν υπάρχει κάποιο στιλ που με δυσκολεύει περισσότερο, σαν επαγγελματίας πρέπει να προσαρμόζομαι σε όλα τα στιλ, με τον Ρομπ Σέιλ δουλεύουμε πάνω σε κάθε αντίπαλο.Γενικά μου αρέσει το… ξύλο, αλλά είναι ανάλογα τον αντίπαλο, αυτός καθορίζει το πλάνο του αγώνα, αν χρειαστεί να παίξω κοντά, θα πάω κοντά. Αν χρειαστεί να παίξω μακριά, ακόμα και αν δε μου αρέσει, θα το κάνω αν είναι έτσι να έρθει η νίκη”.

Δυνατά χτυπήματα ή καλά πόδια ; Ψυχή ή τεχνική;

«Το μποξ είναι πόδια, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται από εκεί ξεκινούν όλα, αλλά χρειάζονται και πολλά χτυπήματα, πρέπει να μπορείς να δώσεις πολλά χτυπήματα σερί και κάπου ενδιάμεσα σε αυτά χρειάζεται να δώσεις τα δυνατά σου χτυπήματα. Δε μπορεί να παίζεις μόνο δυνατά ή μόνο χαλαρά. Η ψυχή είναι το πρωταρχικό, από εκεί ξεκινούν όλα, αν δεν έχεις ψυχή που είναι κάτι έμφυτο δεν μπορείς να φτιάξεις όλα τα άλλα. Αν αντιθέτως έχεις τεχνική και δεν έχεις ψυχή, δυστυχώς την ψυχή δε μπορείς να τη φτιάξεις”.

Πήραμε μια ανάσα, χαζεύοντας λίγο τριγύρω. Εκείνος σίγουρα σκεφτόταν τα ρινγκ που τον περιμένουν στην Αμερική. Εμείς πάλι, φανταζόμασταν πως θα ήταν να βιώνει κανείς από κοντά τις στιγμές του αγώνα εκεί στα ξένα.

Η πορεία του μεγάλη, και οι προπονητές αρκετοί. Καραϊτης, Μάλλιος, Robert Sale. Ποια είναι η σχέση του με τους προπονητές του και πόσο σημαντικός ο ρόλος τους σε όσα έχει καταφέρει;

«Ο καθένας τους έχει παίξει διαφορετικό ρόλο σε όλη μου την καριέρα. Με τον Σωκράτη Καραϊτη ξεκίνησα από τεσσάρων χρονών, με είχε σαν παιδί του, έκατσα μαζί του σχεδόν 16 χρόνια. Κάποια στιγμή ήθελα να εξελιχθώ, να κάνω κάτι παραπάνω και έτσι κατέβηκα στην Αθήνα και πήγα στο Γρηγόρη Μάλλιο, με τον οποίο από την πρώτη στιγμή δέσαμε πάρα πολύ και πλέον μπορεί να μην είναι ο προπονητής μου, αλλά είναι πάντα δίπλα μου, τον έχω σαν αδερφό μου, έχουμε μια φοβερή σχέση. Με τον Ρόμπ Σέιλ έχουμε μια άλλη σχέση, όπου τον βλέπω σαν πατέρα”.

Κοιτάξαμε τα ρολόγια μας, η ώρα είχε περάσει. Θέλαμε να μάθουμε μερικά τελευταία πράγματα. Πώς είναι η προετοιμασία για έναν αγώνα, την απολαμβάνει ή την βλέπει σαν μαρτύριο και ανυπομονεί απλά να φτάσει η μέρα του αγώνα για να λυτρωθεί;

Photo:Sportsclick

«Αυτό που θα πω δεν ξέρω αν θα γίνει κατανοητό. Αλλά κάθε στιγμή που περνάω στην προπόνηση υποφέρω. Και δεν μου αρέσει. Αλλά λέω.Υπέφερε τώρα για να ζήσεις καλά μετά. Για να φτάσεις σε ένα επίπεδο, και στην επιτυχία πρέπει να περάσεις δύσκολα. Να θυσιάσεις πολλά. Αν ο δρόμος είναι εύκολος δεν θα έρθει ποτέ η επιτυχία”.

Μας είπε ότι περνάει δύσκολα στην προπόνηση, ότι υποφέρει. Γιατί λοιπόν ένας γονέας να στείλει το παιδί του να μάθει μαχητικά αθλήματα. Και επίσης ένας νέος αθλητής τι πρέπει να προσέξει στο ξεκίνημα του;

Δεν το σκέφτηκε καθόλου, ήπιε μια γουλιά από τον σκέτο του καφέ και είπε : «Καταρχήν ένα παιδί που ξεκινάει δεν είναι ανάγκη να ασχοληθεί επαγγελματικά. Μπορεί να το δεί ως χομπι. Είναι μια πολύ καλή ενασχόληση για όλους. Ειδικά στις μέρες μας που η εγκληματικότητα στην Ελλάδα έχει αυξηθεί, είναι καλό να μαθαίνει κανείς αυτοάμυνα. Μετά η πυγμαχία σου προσφέρει και σου μαθαίνει πειθαρχία. Σε διδάσκει να είσαι στρατιώτης. Τέλος γυμνάζει σώμα αλλά και μυαλό.

Όσο για τους νέους που ξεκινάνε. Δεν πρέπει να βιάζονται να παίξουν αγώνες. Να περιμένουν τον προπονητή να τους πει πότε είναι έτοιμοι. Να μην ανυπομονούν για επαγγελματικό αγώνα. Πρώτα πρέπει να μαζέψουν ερασιτεχνικούς. Κανένας επαγγελματίας δεν ξεκίνησε αμέσως με επαγγελματικό παιχνίδι. Και αν έγινε είναι εξαίρεση”.

Και γιατί βρε αδελφέ ενώ στον υπόλοιπο κόσμο τα μαχητικά είναι πολύ δημοφιλή, εδώ στην Ελλάδα δεν ισχύει το ίδιο; Φοβούνται οι γονείς να στείλουν το παιδί τους;

Σοβάρεψε ξαφνικά:«Στην Ελλάδα τα έχουν στην άκρη τα μαχητικά. Είναι πιο δημοφιλή το μπάσκετ και το ποδόσφαιρο. Αυτά παίζονται στην τηλεόραση. Αν δεν δείξουμε όμως και άλλα αθλήματα δεν θα μπορέσουν να αναπτυχθούν και οι νέοι δεν θα ξεκινάνε να ασχολούνται με διαφορετικά σπορ. Η πυγμαχία δεν είναι ξύλο και αίμα όπως νομίζουν πολλοί. Αν το κάνεις για χόμπι και έχεις εξοπλισμό δεν χτυπάς”.

Η αλήθεια είναι πως δεν έχουμε συναντήσει άλλον Έλληνα πυγμάχο να κάνει την πορεία του Στέλιου Παπαδόπουλου στο εξωτερικό. Υπάρχουν Ελληνόπουλα που μπορούν να διαπρέψουν έξω;

Η απάντηση που θα δώσει γεμάτη αισιοδοξία :«Σίγουρα υπάρχουν! Γιατί να είμαι ο μοναδικός; Θέλω να έρθουν και άλλα παιδιά στο εξωτερικό. Αυτήν τη στιγμή είμαι ο μόνος Έλληνας που αγωνίζεται στην Αμερική. Δεν μου αρέσει αυτό. Τους λέω είμαι από την Ελλάδα και με ρωτάνε που είναι αυτό”.

Το 2012 ο Παπαδόπουλος, άξιζε μια θέση στους Ολυμπιακούς αλλά για άλλους λόγους δεν βρέθηκε ποτέ εκεί. Είναι απωθημένο του;

«Σίγουρα είναι όνειρο για κάθε αθλητή. Δεν έγινε όμως και όπως λέω : Κάθε εμπόδιο για καλό. Αν πήγαινα τότε στους Ολυμπιακούς μπορεί να μην ήμουν τώρα εδώ που είμαι. Όλο αυτό έγινε για να βρίσκομαι σήμερα εδώ που βρίσκομαι”.

Έχει αλλάξει χώρα, σχολές, προπονητές. Υπάρχει άραγε κάποιος άνθρωπος που αν μπορούσε θα τον είχε σε κάθε αγώνα στην γωνία του ή έστω κάπου εκεί κοντά; Πριν ακόμα ξεκινήσει να απαντάει, το βλέμμα του είχε πάρει αυτό το ύφος, ξέρεις που έχει κανείς όταν μιλάει για κάποιον που αγαπάει και θαυμάζει. «Θα ήθελα σε κάθε μου αγώνα να βρίσκεται ο Γρηγόρης Μάλλιος. Τον έχω σαν αδελφό με στηρίζει και μαζί λύνουμε τα πάντα”.

Σε μια εποχή που όλα είναι ζόρικα. Και το ταξίδι του για την κορυφή μακρύ. Υπάρχουν άνθρωποι που τον έχουν στηρίξει οικονομικά;

Μιλάει και νιώθει ευγνωμοσύνη. Μιλάει και το αισθάνεται : «Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που με έχουν στηρίξει. Δεν τους ξεχνώ. Δεν μπορώ να τους πώ έναν έναν γιατί θα χρειαστούμε πολύ ώρα. Αυτή τη στιγμή με χορηγεί και είναι δίπλα μου ο Πάρης Κασιδόκωστας. Με την βοήθεια του βρίσκομαι εκεί που βρίσκομαι. Στηρίζει τους Έλληνες και είναι επιθυμία του να βρεθεί ένας Έλληνας πυγμάχος στο πιο ψηλό σκαλί του βάθρου”.

Έχει φτάσει η στιγμή να φύγουμε. Η στιγμή που θα δώσουμε τα χέρια μέχρι την επόμενη μας συνάντηση. Όμως υπάρχει κάτι τελευταίο που πρέπει να ειπωθεί. Εδώ και τώρα. Η πυγμαχία είναι μια μικρογραφία της ζωής; Και τι είναι αυτό που κρατάει όρθιο αυτό το παιδί τόσο στο ρινγκ αλλά και στην καθημερινότητα του;

«Φυσικά και η πυγμαχία είναι μια μικρογραφία της ζωής. Ο χαρακτήρας που είσαι εκεί έξω. Αυτό είσαι και μέσα στο ρινγκ. Πιστεύω ότι πρέπει να πολεμάμε για τους στόχους μας. Αν δουλεύεις για ένα τίποτα, δεν θα πετύχεις κάτι. Μια ζωή την έχουμε και πρέπει να πολεμήσουμε για έναν στόχο και ας χρειαστεί να κάνουμε θυσίες”.

Την επόμενη Τετάρτη ο Στέλιος επιστρέφει στην Αμερική, ενώ στις 17 Μαρτίου θα κάνει αυτό που ξέρει πολύ καλά να κάνει. Θα μπεί στο ρινγκ να παλέψει μέχρι τέλους. Βγάζοντας για ακόμη μια φορά ασπροπρόσωπους τους φίλους, την οικογένεια, τους προπονητές του μα και όλους τους Έλληνες. Ο Στέλιος Παπαδόπουλος είναι ένας αθλητής με ήθος και στόχους. Ένας ταπεινός άνθρωπός και ένας αλύγιστος μαχητής.